Ο επιθεωρητής Μαρτίνος στάθηκε στο κατώφλι της βιβλιοθήκης και κοίταξε το επιτοίχιο ρολόι. Οι δείκτες είχαν παγώσει στις 11:47, όχι από βλάβη, αλλά επειδή κάποιος το είχε σταματήσει επίτηδες — ένα ασήμαντο, σχεδόν αόρατο έγκλημα μέσα στο μεγάλο.
«Γιατί να μπει κανείς στον κόπο να σταματήσει ένα ρολόι;» μουρμούρισε, περνώντας το δάχτυλό του πάνω στο σκονισμένο γυαλί. Η κυρία Ελεωνόρα Βέργη είχε βρεθεί νεκρή στο γραφείο της τρεις ώρες νωρίτερα, και όλα τα στοιχεία έδειχναν ατύχημα. Όλα εκτός από αυτό το ρολόι.
Έξω από το παράθυρο, η βροχή έπεφτε σταθερή πάνω στο κτήμα Βέργη, σβήνοντας κάθε ίχνος που θα μπορούσε να είχε μείνει στο χώμα. Ο Μαρτίνος άνοιξε το σημειωματάριό του και έγραψε μία μόνο λέξη: «Γιατί;».